Το γονίδιο του Θεού

Ίσως οι πνευματικές μας αναζητήσεις και η αντίληψη που έχουμε για το Θεό να είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων χημικών αντιδράσεων στον εγκέφαλό μας. Αυτό υποστηρίζει ο Αμερικανός γενετιστής Dean Hamer, ο οποίος εντόπισε ένα συγκεκριμένο γονίδιο, που φαίνεται πως συμβάλλει στη ρύθμιση αυτών των διαδικασιών. Πολλά έντονα θρησκευόμενα άτομα συγκαταλέγονται μεταξύ των ανθρώπων που διαθέτουν μια ιδιαίτερη παραλλαγή αυτού του γονιδίου, ενώ σε εκείνους που έχουν έναν άλλο τύπο του γονιδίου η θρησκευτική πίστη δεν είναι τόσο έκδηλη. Σύμφωνα με τον Dean Hamer, το κλειδί του μηχανισμού που παίζει αποφασιστικό ρόλο για το πόσο λίγο ή πολύ θρησκευόμενοι είμαστε είναι το γονίδιο VMAT2.

Ο Hamer είναι μοριακός βιολόγος και εργάζεται στο Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των ΗΠΑ, στο Μέριλαντ. Προ καιρού, για τις ανάγκες μιας έρευνας του Ινστιτούτου σχετικά με τις συνήθειες και την εξάρτηση των καπνιστών, είχε μοιράσει ένα ερωτηματολόγιο σε περισσότερα από χίλια άτομα. Ορισμένες από τις ερωτήσεις αφορούσαν τη θρησκευτική πίστη και την τάση των συμμετεχόντων να «χάνονται» προς στιγμήν, να αισθάνονται ένα με το Σύμπαν ή να τους συναρπάζουν τα μυστηριώδη και ανεξήγητα φαινόμενα. Σαν μια μικρή παράπλευρη έρευνα, ο Hamer κατέταξε τους συμμετέχοντες με βάση τους βαθμούς που συγκέντρωσαν στις απαντήσεις τους στις «πνευματικές» ερωτήσεις της έρευνας και στη συνέχεια συνέκρινε τα γενετικά τους δεδομένα. Η σύγκριση περιορίστηκε σε εννέα γονίδια, που όλα τους σχετίζονται με τη ρύθμιση των νευροδιαβιβαστών του εγκεφάλου που ονομάζονται μονοαμίνες. Ο Θεός υπάρχει σε πολλά γονίδια. Η γενετική έρευνα έδειξε ότι οι συμμετέχοντες που είχαν μια συγκεκριμένη παραλλαγή του γονιδίου VMAT2 ήταν στην πλειονότητά τους βαθιά θρησκευόμενοι, σε αντίθεση με εκείνους που είχαν μια άλλη εκδοχή του γονιδίου. Αυτό κατέτεινε στο συμπέρασμα πως το γονίδιο αυτό, με κάποιον τρόπο, συμβάλλει αποφασιστικά στην εκδήλωση της θρησκευτικής μας πίστης. Ωστόσο, ο Dean Hamer πιστεύει ότι το VMAT2 δεν είναι το μόνο «γονίδιο του Θεού» – υπάρχουν αναμφίβολα περισσότερα. Γιατί τα περισσότερα γονίδια συνεργάζονται μεταξύ τους, και είναι εξαιρετικά σπάνιο ένα και μόνο γονίδιο να αρκεί για να προσδώσει μια εντελώς ξεχωριστή ιδιότητα.

Δεν είναι τόσο δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς το γονίδιο VMAT2, με την επίδρασή του στην ποσότητα των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο, μπορεί να επηρεάσει τη θρησκευτική μας προδιάθεση ή την τάση να πιστεύουμε στην ύπαρξη μιας υπερβατικής πραγματικότητας. Αυτό εξαρτάται κυρίως από την ικανότητά μας να αφήσουμε τη σκέψη και τα συναισθήματά μας ελεύθερα, ώστε απαλλαγμένοι από τα δεσμά της αυστηρής λογικής να δούμε τον κόσμο γύρω μας με άλλο μάτι. Η ομάδα των νευροδιαβιβαστών που ρυθμίζεται από το γονίδιο VMAT2 περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη σεροτονίνη και την ντοπαμίνη. Η σεροτονίνη σχετίζεται με καταστάσεις νευρικότητας, άγχους και κατάθλιψης, ενώ η ντοπαμίνη είναι η ουσία της «ανταμοιβής» του εγκεφάλου. Απελευθερώνεται όταν, για παράδειγμα, μας επαινέσουν για την επιτυχή έκβαση μιας εργασίας ή ικανοποιεί την ανάγκη του σώματος για φαγητό μέσω της αίσθησης του κορεσμού. Μας δίνει σχεδόν ένα αίσθημα έκστασης και ευτυχίας.
Πολλές ναρκωτικές και ψυχοτρόπες ουσίες, όπως η κοκαΐνη, οι αμφεταμίνες και το LSD, επιδρούν επίσης μεταβάλλοντας την ποσότητα της ντοπαμίνης και της σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Υπό την επήρεια τέτοιων ουσιών, βιώνει κανείς καταστάσεις που θυμίζουν υπερβατικά πνευματικά βιώματα. Είναι, λοιπόν, φυσικό ένα γονίδιο που συμβάλλει στον έλεγχο αυτών των νευροδιαβιβαστών να παίζει σημαντικό ρόλο στη θρησκευτική μας προδιάθεση.

Ορισμένοι επιστήμονες φτάνουν στο σημείο να υποστηρίζουν ακόμη και ότι ο Θεός δεν είναι παρά μια αυταπάτη του εγκεφάλου, αλλά ο Dean Hamer απορρίπτει αυτή την άποψη λέγοντας: «Αν ο Θεός υπάρχει, τότε υπάρχει. Το να γνωρίζουμε ποιες ουσίες του εγκεφάλου σχετίζονται με την παραδοχή αυτή δεν αλλάζει καθόλου το γεγονός καθαυτό». Ο γενετιστής υπογραμμίζει επίσης ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην πίστη και τη θρησκεία. Η πίστη είναι ένα συναίσθημα ή μια κατάσταση πνευματικότητας, ενώ η θρησκεία είναι ένα πλέγμα κανόνων που ρυθμίζει πώς αυτά τα συναισθήματα πνευματικότητας θα πρέπει να εκφραστούν. Η πίστη, όπως το θέτει ο Hamer, είναι κάτι απολύτως προσωπικό, ενώ η θρησκεία είναι ένας συλλογικός θεσμός. Αυτό σημαίνει επίσης ότι, ακόμα κι αν κάποιος έχει τη γενετική προδιάθεση της «πνευματικότητας», αυτό δε συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι θα την εκδηλώσει σε πνευματικές αναζητήσεις ή με την πίστη σε ένα Θεό. Η έρευνα έδειξε ότι ανάμεσα στους συμμετέχοντες που είχαν ισχυρή «πνευματική» τάση και την αντίστοιχη παραλλαγή του γονιδίου VMAT2 υπήρχαν αρκετοί που δεν ανήκαν σε κάποια θρησκευτική κοινότητα και οι οποίοι δήλωναν ότι δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενοι. Αν όμως κάποιος έχει αυτή την ιδιαίτερη «πνευματική εκδοχή» του γονιδίου, υπάρχουν υψηλές πιθανότητες να είναι θρησκευόμενος και να πιστεύει στο Θεό.

Ανεξάρτητα από την άποψη που έχει κανείς για τη θρησκεία, φαίνεται πως υπάρχουν πολλοί καλοί λόγοι που σχετίζονται με τη γενετική προδιάθεση της πίστης μας σε κάποιο Θεό. Η θρησκεία είναι κάτι που ενώνει τους ανθρώπους και πιθανόν να έπαιξε καταλυτικό ρόλο για την ειρηνική συνύπαρξη στις ανθρώπινες κοινωνίες. Η θρησκευτική πίστη εκφράζεται συνήθως συλλογικά, όπου οι άνθρωποι συγκεντρώνονται για να συμμετάσχουν σε θρησκευτικές τελετές. Αυτό ίσως σημαίνει ότι αυτή η ιδιαίτερη εκδοχή του γονιδίου VMAT2 αναπτύχθηκε μέσα από την εξελικτική διαδικασία, γιατί έδινε στους προγόνους μας ένα πλεονέκτημα: Η θρησκεία και η πίστη ήταν παράγοντες που ενίσχυαν τη συνοχή και τη σταθερότητα των κοινωνιών τους. Κατά συνέπεια, το βήμα από την πίστη μέχρι τη δημιουργία ενός συστήματος κανόνων που διέπουν τα εγκόσμια δεν είναι τόσο μεγάλο, γεγονός που οδήγησε στην τάξη και την ασφάλεια, οι οποίες με τη σειρά τους έκαναν πιο εύκολη την επιβίωση. Οι θρησκευόμενοι απέκτησαν, δηλαδή, ένα εξελικτικό πλεονέκτημα σε σχέση με εκείνους που δεν είχαν τα σωστά γενετικά δεδομένα. Έτσι, τα άτομα με αυτή την ιδιαίτερη εκδοχή του γονιδίου VMAT2 κληροδότησαν το χαρακτηριστικό αυτό στις επόμενες γενιές μέσω της φυσικής επιλογής, ώστε να διασωθεί σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού μέχρι τις μέρες μας.

Το γονίδιο και η προδιάθεση να πιστεύει κανείς στο Θεό αποτέλεσε σίγουρα ένα πλεονέκτημα, όταν ο ανθρώπινος εγκέφαλος αναπτύχθηκε χαρίζοντας μας μια συνείδηση, η οποία, μεταξύ άλλων, μας έκανε να αναρωτιόμαστε για θέματα όπως η ζωή και ο θάνατος. Η συνειδητοποίηση του ίδιου μας του θανάτου θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την υψηλή μας νοημοσύνη – ένα τίμημα που αναμφίβολα γίνεται λιγότερο δυσβάσταχτο, όταν μπορεί κανείς να στηριχτεί σε ένα Θεό και να πιστέψει στη μεταθανάτια ζωή. Είναι επίσης άξιο προσοχής το γεγονός ότι η θρησκεία είναι διαδεδομένη σε όλους τους ανθρώπινους πολιτισμούς, ακόμα και σε πρωτόγονες φυλές που ζουν σε απόλυτη απομόνωση. Αυτό από μόνο του είναι ένα καλό επιχείρημα, που στηρίζει την άποψη ότι η πνευματικότητα και η πίστη βρίσκεται μέσα στα γονίδιά μας.

Gorm Palmgren Phd, ερευνητής Βιοτεχνολογίας στο Εθνικό Ερευνητικό Κέντρο της Δανίας και στο Max Planck Institute

Πληροφορίες συντάκτη Sunborn

Μουσικός, DJ, Παραγωγός Ηλεκτρονικής Μουσικής, Τεχνικός Ήχου & Υπολογιστών, Σχεδιαστής Ιστοσελίδων
Ετικέτες , .Προσθέστε στους σελιδοδείκτες το μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση